Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2013

Mε αφορμή την «υπόθεση Θεοδωρίδη»

Του Στρατή Μπουρνάζου
Η σιωπή ήταν η αντίδραση που κυριάρχησε δημόσια, στα έντυπα και τα μέσα της Αριστεράς, για την «υπόθεση Θεοδωρίδη» (με λίγες εξαιρέσεις, όπως το άρθρο της Ελένης Αστρινάκη και του Πάρι Μπουρλάκη στην Αυγή, 9.2.2013). Δεν νομίζω ότι  η σιωπή οφείλεται στο ότι οι φίλοι και σύντροφοι αξιολόγησαν ως αδιάφορο το ζήτημα -- οι σχετικές συζητήσεις στα social media και τις παρέες συνηγορούν μάλλον για το αντίθετο. Οι λόγοι είναι μάλλον άλλοι:
ο φόβος να μην παίξουμε το παιχνίδι του αδίσταχτου –όπως έχει αποδειχθεί– αντιπάλου, η μέριμνα να μη γυρνάμε γύρω απ’ την ουρά μας την ώρα που ο κόσμος καίγεται, ο σκεπτικισμός για  τα όρια της πλουραλισμού και της αυθαιρεσίας, προσωπικές συμπάθειες, αντιπάθειες και εκτιμήσεις. Αν και συμμερίζομαι, σε μεγάλο βαθμό, τις παραπάνω ανησυχίες, ταυτόχρονα πιστεύω ότι δεν μπορούμε να μη συζητήσουμε το θέμα, καθώς υπερβαίνει και το συγκεκριμένο πρόσωπο και τη συγκεκριμένη υπόθεση, θέτοντας ουσιώδη ζητήματα. Ας προσπαθήσουμε να  δούμε ποια είναι, με ψυχραιμότερο μάτι, τώρα που έχουν περάσει κάποιες μέρες.

Πρώτον, ο τρόπος που έγινε η αποπομπή του Νάσου Θεοδωρίδη από την Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ): με ένα non paper. Δεν θα μείνω στη διαδικασία,  δηλαδή ποιο είναι το αρμόδιο όργανο για μια τέτοια απόφαση. Προχωρώ στην ουσία. Αν δεν κάνω λάθος, είναι η πρώτη φορά, στη μεταπολιτευτική ιστορία της δικής μας Αριστεράς (ανανεωτικής και ριζοσπαστικής) που απομακρύνεται κάποιο στέλεχος από μια θέση. Μου φαίνεται λοιπόν προφανές ότι μια τέτοια απόφαση (που δεν τη θεωρώ a priori απαράδεκτη, ίσα-ίσα: σε ένα δημοκρατικό κόμμα μπορεί να χρειαστούν και αποδοκιμασίες και αποπομπές, ακριβώς για να διαφυλαχθεί η συλλογικότητα και η δημοκρατία) ήταν απολύτως επιβεβλημένο, αν λαμβανόταν, να λαμβανόταν πολύ πιο συλλογικά και με ρητό σκεπτικό -- και όχι από «πηγές» και «κύκλους» που λένε ότι «είναι σαφές πως δεν μπορεί να εκπροσωπεί τον φορέα» κλπ. κλπ.

Προχωρώ στο δεύτερο, και εξίσου σοβαρό, αν όχι σοβαρότερο, για μένα ζήτημα. Ο Νάσος Θεοδωρίδης δεν ήταν εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ σε κάποια επιτροπή Εξωτερικής Πολιτικής ή Ελληνοτουρκικών Σχέσεων· παύθηκε από την Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου μετά τις αναρτήσεις του στο facebook για τη «μακεδονική γλώσσα» και τα «Ίμια/Καρντάκ». Άραγε, αν ένα στέλεχος διατύπωνε μια προσωπική άποψη εντελώς αντίθετη με τις απόψεις του ΣΥΡΙΖΑ (λ.χ. εναντίον του συμφώνου συμβίωσης, ότι η ΠΓΔΜ πρέπει να αναγνωριστεί ως «Σκόπια», κατά της ψήφου των μεταναστών) θα αποπεμπόταν, και πολύ περισσότερο από μια άσχετη με όλα αυτά επιτροπή, ας πούμε Οικονομικών ή Πολιτισμού ή Ναυτιλίας; Προφανώς όχι. Θα αποπεμπόταν (και από κάθε Επιτροπή και από το ίδιο το κόμμα) αν αυτές οι προσωπικές απόψεις συγκρούονταν κατάφωρα με πολύ βασικές αρχές της πολιτικής και της φυσιογνωμίας του ΣΥΡΙΖΑ: αν έλεγε, λ.χ., ότι οι μετανάστες είναι βήτα κατηγορίας άνθρωποι, ότι πρέπει να απαγορευθούν οι απεργίες ή ότι οι βασανισμοί κρατουμένων είναι αναγκαίοι – κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Η απόφαση να αποπεμφθεί ο Νάσος Θεοδωρίδης,  επειδή μίλησε για  «μακεδονική γλώσσα» και για «Ίμια/Καρντάκ» με έναν μόνο τρόπο μπορεί να δικαιολογηθεί: αν θεωρηθεί ότι οι αντιλήψεις για  τα «εθνικά ζητήματα» ανάγονται στον σκληρό, πολύ σκληρό, σχεδόν αξιακό πυρήνα των απόψεων του ΣΥΡΙΖΑ. Και αυτό είναι εξαιρετικά προβληματικό. Γιατί;

Μα γιατί –για να απαντήσω με ένα παράδειγμα– αρκεί να ανοίξει κανείς την Brittanica για να διαβάσει, επί λέξει, ότι «η μακεδονική γλώσσα, επίσημη γλώσσα της Δημοκρατίας της Μακεδονίας» μιλιέται, εκτός των άλλων, και στην «ελληνική Μακεδονία». Και επίσης γιατί μια πρόχειρη έρευνα στο google scholar δείχνει εκατοντάδες επιστημονικά άρθρα στα αγγλικά (πολλά από αυτά  γραμμένα από Έλληνες) τα οποία μιλάνε για «Imia/Kardak». Μήπως πρέπει να παταχθούν και όλοι αυτοί;

Τι θέλω να πω; Πρώτον, ότι τα ζητήματα αυτά, επί της ουσίας, πρέπει να είναι αντικείμενο τεκμηριωμένης και επιστημονικής κουβέντας, με κατάθεση στοιχείων και όχι επίκληση «αυτονοήτων». Δεύτερον, ότι ενώ είναι πολύ προβληματικό να εκτοξεύει κανείς «αντιεθνικιστικές φωτοβολίδες» (και εν γένει «φωτοβολίδες») στο facebook, χωρίς αίσθηση της συγκυρίας, της ακροδεξιάς ΝΔ που καραδοκεί, των ριζωμένων εθνικιστικών στερεοτύπων που ασπάζεται η συντριπτική πλειονότητα των συμπολιτών μας [1,] αυτό δεν μας λύνει το πρόβλημα. Γιατί αν, παρά ταύτα, ένα στέλεχος επιμένει να γράφει τα δικά του στο facebook, είτε επειδή είναι λάτρης της πρόκλησης, είτε επειδή δεν έχει αίσθηση της συγκυρίας, είτε επειδή πιστεύει εδραία ότι αυτό είναι το σωστό, τότε, είτε έχει δίκιο επί της ουσίας είτε όχι (προσωπικά, στην προκείμενη περίπτωση, πιστεύω ότι ο Nάσος έχει δίκιο για τη «μακεδονική γλώσσα», δεν είμαι όμως καθόλου σίγουρος για τα «Ίμια/Καρντάκ»), το ζήτημα δεν μπορεί να λυθεί διά της αποπομπής. Θα αρκούσε, σε κάθε περίπτωση, η δήλωση ότι δεν είναι αυτή η άποψη του ΣΥΡΙΖΑ.

Τελειώνοντας, έχω  τον φόβο ότι η απόφαση της αποπομπής δεν πάρθηκε μόνο για λόγους πειθαρχίας, συμμόρφωσης στη συλλογικότητα κλπ., αλλά υπό την πίεση της Νέας Δημοκρατίας και του φόβου του «πολιτικού κόστους». Αν ισχύει αυτό, καθώς οι «πιέσεις» από τις ποικίλες,  κατ’ ευφημισμόν, «Ομάδες Αλήθειας» θα ενταθούν, η συνέχεια θα είναι ακόμα πιο δύσκολη.

Υ.Γ.: Πιστεύω ότι το facebook και το twitter  είναι δημόσιος χώρος. Όσο και αν η έκφραση εκεί είναι πιο χαλαρή και πιο προσωπική, όσο και αν ο κανιβαλισμός των «Ομάδων Αλήθειας» που ψάχνουν (και εκεί) να βρουν οτιδήποτε προς δημαγωγία προσβάλλει συχνά την αξιοπρέπεια και την ιδιωτικότητα, όλα αυτά δεν αναιρούν τον χαρακτήρα του facebook  και του  twitter  ως δημόσιου χώρου. Για έναν απλό λόγο: όποιος γράφει εκεί,  μοιράζεται τις σκέψεις του με χιλιάδες ανθρώπους (δυνάμει τον καθένα), και τις γράφει με πρόθεση να διαβαστούν. Αλλιώς θα τις έγραφε στο ημερολόγιό του ή θα τις τραγουδούσε στο μπάνιο του.

_______________

Σημείωση

[1] Το 1992, αρκετοί σύντροφοι ήμασταν απολύτως βέβαιοι ότι η γειτονική χώρα λέγεται, και δικαιούται να λέγεται, νέτα-σκέτα, Μακεδονία. Ταυτόχρονα όμως, θεωρούσαμε εντελώς μάταιο, αν όχι ανόητο, να την αποκαλούμε έτσι, όταν συζητάγαμε δημόσια – όχι σε ένα καφενείο, αλλά ακόμα και με τους συμφοιτητές μας στη Φιλοσοφική: γιατί αυτό έκοβε κάθε γέφυρα συζήτησης με το 90% που πίστευε (λανθασμένα, αλλά ακράδαντα) ότι οι γείτονες πρέπει να ονομάζονται «Σκοπιανοί» – αν όχι γυφτοσκοπιανοί. Φυσικά, από την άλλη, δεν ήταν δυνατόν να μιλάμε για «Σκόπια». Αναζητώντας μια στάση που δεν θα ενέδιδε στον εθνικιστικό παροξυσμό και ταυτόχρονα δεν ήθελε να ουρανοβατεί αλαζονικά κόβοντας κάθε δυνατότητα κουβέντας, μιλάγαμε, λοιπόν, για ΠΓΔΜ ή FYROM.

1 σχόλιο:

  1. Να παραδεχθώ όσα λέτε περί διαδικασιών και πολλά άλλα, όμως από πότε ένας ριζοσπάστης/ανανεωτικός/Αριστερός αναφέρει την εγκυκλοπαίδεια Brittanica για να στηρίξει επιχείρημα;

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Παρακαλώ σημειώστε το σχόλιο σας